Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΡος ΚΩΣΤΑ ΜΥΓΔΑΛΗ ΣΤΗΝ 20ή ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ Δ.Σ.Ο. ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Το κεντρικό θέμα της 20ής Συνέλευσης της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας, που πραγματοποιήθηκε από 26-30 Ιουνίου στην Βουλή των Ελλήνων στην Αθήνα ήταν: «Κοινοβουλευτική Δημοκρατία – Χριστιανισμός – Ορθοδοξία: αξίες και έννοιες». 
Την Παρασκευή 28 Ιουνίου το πρωί, το πρόγραμμα περιλάμβανε διάφορες εισηγήσεις πάνω στο θέμα. Ανάμεσά τους και η εισήγηση του Δρος Κώστα Μυγδάλη, Συμβούλου της Διεθνούς Γραμματείας της Δ.Σ.Ο., την οποία δημοσιεύουμε ολόκληρη. 


Η επετειακή φετινή Γενική Συνέλευση, εμένα προσωπικά που έχω αφιερώσει από την πρώτη στιγμή μεγάλο μέρος της ζωής μου και του χρόνου μου για την καλή λειτουργία της Δ.Σ.Ο., με βάζει μπροστά σε πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα. 
Είκοσι χρόνια μετά σε μια προσπάθεια αποτίμησης, να μπορέσουμε δηλαδή να δούμε τι κάναμε μέχρι σήμερα, πως αξιοποιήσαμε τις εντολές των κοινοβουλίων που στήριξαν το όλο εγχείρημα, πως αναδείξαμε την δισχιλιόχρονη αυτή προσπάθεια των ανθρώπων για θέωση, πως την πλουτίσαμε με στοιχεία δημοκρατίας ανεκτικότητας και ετερότητας και πως συνδέσαμε τους δύο πιο λαϊκούς ανθρώπινους θεσμούς και τα δύο πιο παλιά λαϊκά όνειρα για δημοκρατία και ανθρώπινη αγάπη. Και τελικά πόσο σοβαρά μας πήρε ο κόσμος και η κοινωνία. 
Πάνω σε αυτά τα ερωτήματα λίγο πολύ μπορούμε να πούμε διάφορα και κατά περίπτωση να αναδείξουμε τα όσα κατορθώσαμε και να δικαιολογηθούμε για τα άλλα. Άλλωστε μια τέτοια προσπάθεια που ξεκίνησε απ' το πουθενά, που δεν ζήτησε την βοήθεια καμιάς δομής εξουσίας (υπουργείων εξωτερικών, μυστικών υπηρεσιών), που δεν διαθέτει κανέναν διπλωμάτη καριέρας παρά μόνο εθελοντές με σεβασμό και γνώση του χώρου, μια τέτοια προσπάθεια που δεν ταυτίσθηκε ποτέ με τις όποιες κομματικές ή εθνικές θέσεις, που συμπεριέλαβε στους κόλπους της κοινοβουλευτικούς από όλα τα σημεία του ορίζοντα, μια τέτοια προσπάθεια λοιπόν, δικαιούται να κάνει λάθη και να έχει παραλήψεις. 
Θα μου επιτρέψετε όμως να μην σταθώ σε κανένα από όλα αυτά που προανέφερα, αλλά να σας απασχολήσω με κάποιες σκέψεις μου που αναφέρονται στην γέννηση, στην δημιουργία της Δ.Σ.Ο και να τις συναρτήσω με κάποια ανάλογα φαινόμενα των καιρών μας, και με το προσφιλές μου αν θέλετε θέμα των νέων τεχνολογιών και με το πώς αυτές συμβάλουν στο βάθεμα της Δημοκρατίας δηλαδή, στην αμεσότερη δημοκρατία. 
Γνωρίζουμε καλά όλοι μας, μέσα στο δαιδαλώδες σύστημα δημοκρατικής νομιμότητας και διαφάνειας στο οποίο πορεύεται η Δημοκρατία και εκφράζεται ο λαός, γνωρίζουμε λέω όλοι πόσο δύσκολη είναι η ανάληψη νέων πολιτικών πρωτοβουλιών κάθε είδους. 
Γνωρίζουμε επίσης ότι η ανάληψη κάθε νέου τύπου πολιτικής πρωτοβουλίας πρέπει να συναντά της συναίνεση των κομμάτων, των κοινωνικών εταίρων, του τύπου και ενίοτε και την συναίνεση των θρησκευτικών εκφράσεων της χώρας, δηλαδή των Εκκλησιών. Πρέπει να υπάρχει σχέδιο σαφές με βάση το οποίο θα προκύπτει η προοπτική της πρότασης, το δημόσιο και το κοινό όφελος, θα υπάρχει η αναγκαία νομική επεξεργασία όπου απαιτείται, ώστε η πρόταση αυτή, να καλύπτεται κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο το έμμεσο ή άμεσο το σχέδιο αυτό να εξασφαλίζει την συναίνεση των κομμάτων και να συναντά αν όχι την αποδοχή τους τουλάχιστον την ανοχή τους, καθιστώντας ορατό με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και το κομματικό συμφέρον. 


Αν η πρωτοβουλία προέρχεται από τον χώρο του κοινοβουλίου, εκτιμώ ως τότε το μέλλον της πρότασης αυτής είναι ακόμη πιο αβέβαιο μια και τα κοινοβούλια ως εκ του ρόλου τους στην δημοκρατία, επεξεργάζονται και εγκρίνουν ή απορρίπτουν προτάσεις της κυβέρνησης και των κομμάτων και σπάνια αναλαμβάνουν τα ίδια τα κοινοβούλια πολιτικές πρωτοβουλίες. Τέλος, αν αυτή η υποτιθέμενη πολιτική πρωτοβουλία την οποία σας ανέφερα, υπερβαίνει τα όρια του κράτους και γίνεται διακρατική ή διακοινοβουλευτική, τότε καταλαβαίνετε πόσο πιο ακανθώδες είναι το μέλλον της και πόσο πιο αβέβαιη η προοπτική της. Υπουργεία εξωτερικών, μυστικές υπηρεσίες, διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας, και πόσα άλλα. 
Ναι είναι τόσο πολύπλοκη πια η δημοκρατία μας ναι είναι τόσο κουραστική και εν τέλει τόσο ανώφελη κάθε προσπάθεια που ξεπερνά τον χώρο της πολιτικής καθημερινότητας και που οραματίζεται νέα πράγματα. Η πολιτική πραγματικότητα απασχολείται στην προσπάθεια επίλυσης υφισταμένων προβλημάτων, στην αντιμετώπιση εμφανιζόμενων κινδύνων και όχι στην προοπτική νέων πραγμάτων. Οτιδήποτε βγαίνει έξω από αυτά τα κουτάκια, είναι καταδικασμένο σε αργό ή σύντομο κατά περίπτωση θάνατο. 
Η δημιουργία της Δ.Σ.Ο όμως πριν από 20 χρόνια, δεν εντάχθηκε στις παραπάνω λογικές και δεν εντάχθηκε στα ανάλογα κουτάκια που ανέφερα, ίσως και γι αυτό υπήρξε και επέζησε.. Είναι επί πλέον περίεργο και πρωτότυπο γιατί σε αυτήν την προσπάθεια συνέκλιναν κοινοβούλια αλλά και προσωπικότητες από διαφορετικούς γεωγραφικούς, γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς χώρους, με μια παροιμιώδη θα έλεγα άνεση με μια πρωτοφανή ευκολία. 
Ας θυμηθούμε όμως το διεθνές πολιτικό σκηνικό της εποχής και τον τρόπο που προέκυψε αυτή η πρωτοβουλία. 
Η ίδρυση της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας (Δ.Σ.Ο.), συμπίπτει με την περίοδο των μεγάλων ανακατατάξεων στην Ευρώπη και είναι ακριβώς γέννημα θρέμμα αυτής της περιόδου και του προβληματισμού της. Αυτές ακριβώς οι συνθήκες πολιτικές και κοινωνικές που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο κι που ώθησαν τον πολιτικό κόσμο να αναλάβει μια ανάλογης έκτασης και ειδικού ενδιαφέροντος πρωτοβουλία. Η γεωπολιτική πραγματικότητα που προέκυψε μετά τις σαρωτικές αλλαγές στην ανατολική Ευρώπη τροφοδότησε τον ήδη ζωηρό διάλογο για τη σχέση της Ορθοδοξίας με το ελληνικό έθνος, αλλά και γενικότερα με τα άλλα έθνη της Βαλκανικής και την Τουρκία. Αρκετοί παράγοντες στην Ελλάδα είδαν ότι, με συνεκτικό στοιχείο την Ορθοδοξία, η Ελλάδα θα μπορούσε να πλησιάσει τις πρώην «σοσιαλιστικές» χώρες και να αναβαθμίσει το λόγο της και το ρόλο της στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, η οποία στο μέλλον θα μπορούσε να περιλάβει όχι μόνο τη Δύση αλλά και την Ανατολή. Ισχυρός λόγος για τον οποίο, πάντα κατά τούς υποστηρικτές αυτής της άποψης, η Ελλάδα καλείτο να προωθήσει μια τέτοια πολιτική ήταν η κοινή αντιμετώπιση του τουρκικού επεκτατισμού από χώρες που θίγονται από αυτόν και των οποίων οι κάτοικοι είναι κατά πλειοψηφία Ορθόδοξοι στο θρήσκευμα... Κινητήριος μοχλός της τουρκικής πολιτικής πιστεύεται ότι είναι τα στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα των Η.Π.Α. και των άλλων μεγάλων Δυτικών κρατών.


Η πτώση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η διάσπαση του πολιτικοστρατιωτικού τους συνασπισμού, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και η ταυτόχρονη ανάδειξη των Η.Π.Α. ως μόνης υπερδύναμης στον πλανήτη, αποτέλεσαν, το καθοριστικό σημείο για το τέλος μιας ιστορικής περιόδου και την είσοδο της παγκόσμιας κοινότητας σε μια «νέα εποχή». 
Στις χώρες αυτές, οι πολιτικές δυνάμεις -ακόμη και αυτές που, πριν από λίγα μόλις χρόνια, ήταν «κάθετα» αντίθετες προς την Ορθοδοξία - αναζητούν στην Ορθοδοξία αξίες για να οικοδομήσουν ένα νέο ιδεολογικό σύστημα. 
Ενδιαφέρον, και χαρακτηριστικό είναι ένα ακραίο σενάριο «Ορθόδοξης συνεργασίας», που εκφράστηκε ο οποίο προέβλεπε και τη χρήση, ή την απειλή έστω χρήσης, των πυρηνικών όπλων της Ρωσίας. «…Ένας άξονας όμως Αθηνών-Μόσχας, που αύριο θα περιλαμβάνει το Βελιγράδι, τη Σόφια, το Βουκουρέστι, το Κίεβο, την Τιφλίδα, ενδέχεται να αποτελέσει την αντίρροπη δύναμη στο κύμα του παγκοσμιοποιημένου αθεϊσμού… Για πρώτη φορά, χάρη στην Ορθόδοξη Ρωσία, ο κόσμος της Ορθοδοξίας έχει υπεροπλία...». 
Αυτή, βέβαια, η πιθανή προοπτική της «συνεύρεσης των Ορθοδόξων λαών», που μόλις προσπαθήσαμε να περιγράψουμε, «πνίγηκε στο αίμα» των λαών της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Με τους πολέμους αυτούς, ισχυροποιήθηκαν οι απόψεις που συνιστούσαν αποφυγή της χρησιμοποίησης πολιτισμικών στοιχείων του παρελθόντος που είχαν σχετιστεί άμεσα με εθνικιστικές διεκδικήσεις, όπως η θρησκεία και οι εκκλησίες, για την προώθηση της νέας υπερεθνικής και ανεκτικής Ευρώπης Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα γεγονότων, μέσα σε ένα τέτοιο ορυμαγδό απόψεων και αγωνιών έχουμε το 1991 μια πρώτη θετική αντίδραση από το τότε κοινοβούλιο με πλειοψηφία της Ν.Δ με τον Κώστα Μητσοτάκη. Συστήνεται επιτροπή θρησκευμάτων και ορθοδοξίας με πρόεδρο τον Βασίλη Κοραχάη και αντιπρόεδρο κατά μια έννοια τον Στέλιο Παπαθεμελή. Παρακολουθώ και συμμετέχω από τότε στο εγχείρημα ως άμισθος σύμβουλος και σε συνεννόηση με τους πατέρες της Σιμωνόπετρας οργανώνουμε με πολύ κόπο και με την οικονομική βοήθεια της κυβέρνησης την πρώτη συνάντηση, συνέδριο με θέμα «Η ορθοδοξία στην νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα». Εκείνο που έχω να θυμηθώ είναι πρώτα η διάχυτη αγωνία των ανθρώπων που συμμετείχαν, εκπρόσωποι Κοινοβουλίων, Εκκλησιών και Θεολογικών Σχολών, αγωνία ως προς το μέλλον των Ορθοδόξων, το πλήθος των άτακτων απόψεων οι οποίες διακινούντο μέσα σε αυτό το 4ήμερο, αποτέλεσμα του θυμού όλου αυτού του κόσμου και της απολύτου αδυναμία του να αρθρώσει έναν δομημένο θρησκευτικό και πολιτικό λόγο και μέναμε εμείς οι έλληνες να γινόμαστε δέκτες αιτημάτων και προτάσεων από κάθε κατεύθυνση οι οποίες κατέληγαν στη φράση «κάντε επί τέλους κάτι». Ο πολιτικός κόσμος της Ελλάδας στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων ξεπερνώντας προβλήματα κυβέρνησης αντιπολίτευσης, συμμετείχε ο γιός του πρώην πρωθυπουργού και βουλευτής τότε Γιώργος Παπανδρέου, το ευρωκοινοβούλιο ανταποκρίθηκε αμέσως με την συμμετοχή της τότε αντιπροέδρου και μετέπειτα προέδρου του της κ Λαφοντέν, και βρήκαμε οργανωμένη, συγκροτημένη ανταπόκριση από την ρωσική αντιπροσωπεία που ήταν πολύ υψηλού επιπέδου με επικεφαλής υφυπουργό και μαζί με αυτόν τον πρόεδρο της διπλωματικής ακαδημίας της Μόσχας. Έτσι καταλήξαμε σε ένα ουσιαστικό διακηρυκτικό κείμενο, σύγχρονο και ανταποκρινόμενο στις ανάγκες και στις περιστάσεις και το οποίο είναι απολύτως σύγχρονο και στις μέρες μας. 


Η συνέχεια είναι γνωστή. Η ιδρυτική πράξη της Δ.Σ.Ο τον ερχόμενο χρόνο, δηλαδή το 1994, η οποία υπογράφεται μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο. Είχε την πρόνοια και μιάς εξ αρχής συμπεριέλαβε στους κόλπους της το κοινοβούλιο της Αρμενίας και στην συνέχεια κοινοβούλια άλλων χωρών στις οποίες έχουν τις πατρογονικές τους εστίες και σήμερα διαβιούν χριστιανοί των αρχαίων ανατολικών εκκλησιών. Η Δ.Σ.Ο είναι η πρώτη κοινοβουλευτική οργάνωση θεματικού, ας πούμε, χαρακτήρα και βέβαια η πρώτη που αναφέρεται στην πίστη και την θρησκευτική παράδοση όχι μόνο των συμμετεχόντων βουλευτών αλλά και των κοινοβουλίων τα οποία εκπροσωπούν και δι’ αυτών που αναφέρεται εν τέλει στην θρησκευτική πίστη και μνήμη λαών και περιοχών ανά τον κόσμο. Ακολούθησαν οι μουσουλμάνοι και άλλες κοινοβουλευτικές ενώσεις που έχουν τοπική αναφορά όπως το Παναφρικανικό κοινοβούλιο με το οποίο η ΔΣΟ αναπτύσσει στενή συνεργασία ή η ευρασιατική Ένωση κ. α. Είναι ίσως αυτό το οποίο πολύ εύστοχα ονομάζει ο Χρ. Γιανναράς πολιτιστική διπλωματία επισημαίνοντας: «…Πολιτιστική διπλωματία μπορεί να ασκηθεί μόνο από λαούς που μπορούν να διακρίνουν τι το ξεχωριστό, το αποκλειστικά δικό τους έχουν να συνεισφέρουν στον διεθνή στίβο των πολιτιστικών αλληλοεπιδράσεων…». 
Ας επανέλθουμε όμως στις αρχικές μου σκέψεις. 
Δεν προέκυψε λοιπόν μέσα από καμία θεσμικού χαρακτήρα ζύμωση, δεν έλαβαν μέρος και δεν εκφράσθηκαν για την δημιουργία της κόμματα και κοινωνικοί εταίροι, δεν ζητήθηκε η γνώμη των Εκκλησιών αλλά έτσι απλά και καθαρά, πρωτόγονα δημοκρατικά και άμεσα, προέκυψε σαν μια απαίτηση των καιρών. Δεν εκφράσθηκαν τα υπουργεία εξωτερικών, ο συμμαχικός παράγων, οι μυστικές υπηρεσίες, ουδείς συναίνεσε και όλοι το αποδέχθηκαν ως κάτι φυσιολογικό και αναγκαίο. Το στοιχείο ακριβώς αυτό που τώρα ανέφερα και που κυριάρχησε στην ίδρυση της και καθόρισε την περαιτέρω πορεία της είναι και άξιο λόγου αλλά νομίζω πως αντέχει και σε άλλες παράλληλες, επόμενες σκέψεις. Αν θελήσουμε να δούμε το κύριο χαρακτηριστικά αυτής της απόφασης για την ίδρυση της Δ.Σ.Ο., τότε αυτά είναι η ώριμη απαίτηση, όλων για την εμπλεκομένων φορέων και ατόμων για την ανάληψη της αναγκαίας πρωτοβουλίας. Το δεύτερο είναι η βεβαιότητα όλων των εμπλεκομένων ότι από μια τέτοια πρωτοβουλία μόνο καλό μπορεί να προέλθει για την κοινωνία ενώ το τρίτο θα έλεγα ήταν το διαφαινόμενο αδιέξοδο προς το οποίο οδηγούντο οι τότε πολιτικές πρωτοβουλίες και ο υπαρκτός και διαφαινόμενος κίνδυνος ανάφλεξης. 
Το ερώτημα το οποίο προβάλει είναι το πως μπορεί μια δραστηριότητα, μια πρωτοβουλία ή ακόμη και μια δράση, πολιτική οικονομική ή και κοινωνική με σειρά καλών και ωφέλιμων επί μέρους πρακτικών, να αποκτήσει μια δικιά της δυναμική που θα τις παρέχει την δυνατότητα να αποφύγει, να ξεπεράσει, μακρόσυρτες, αργές και εν τέλει ασπόνδυλες και αφυδατωμένες δημοκρατικές πρακτικές που έχουμε θεσπίσει προκειμένου να διασφαλίσουμε το κοινό συμφέρον, το καλό όλων μας. Πόσο ωφέλιμες είναι για την άμεση δημοκρατία τέτοιες πρακτικές που υπερβαίνουν κανόνες και κατορθώνουν να διαφύγουν από δημοκρατικές δυσλειτουργίες και αγκυλώσεις. Πρακτικές οι οποίες απονευρώνουν τα πολιτικά γεγονότα τους αφαιρούν την δυναμική τους και τα πετούν μέσα στην μηχανή της δημοκρατικής διαδικασίας όπου εκεί χάνονται. Δεν υπαινίσσομαι ασφαλώς πρακτικές λιγότερης δημοκρατίας και άρα περισσότερο τελεσφόρος. 


Το αντίθετο. Αναζητώ τρόπους και διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας την οποία έχουμε εδώ και πολλά χρόνια ξεχάσει, αναφέρομαι σε κάτι που όλοι γνωρίζουμε, ότι πλέον η δημοκρατία ας και οι πολιτικές πρακτικές της έχουν γίνει τόσο δαιδαλώδεις και επίπονες ώστε στο όνομα της δημοκρατίας χάνουμε την ουσία των γεγονότων αλλά και τα ίδια τα γεγονότα. 
Οι νέες τεχνολογίες παρέχουν την δυνατότητα και να αμφισβητηθούν τέτοιες διαδικασίες και να ανατραπούν προκειμένου στην θέση τους να προκύψουν διαδικασίες νέες και άμεσες που θα επιτρέπουν τους λαούς να εκφράζονται καθημερινά και άμεσα και να αναπτύσσουν τις δικές τους νέες πρωτοβουλίες. . Ας αφήσουμε προς στιγμή το θέμα μας και ας πάμε σε ένα άλλο θέμα στον διπλανό χώρο της οικονομίας. Φαντάζομαι γνωρίζετε όλοι σας το Bitcoin. 
Είναι το νέο διαδικτυακό νόμισμα που δεν έχει καμία συμβατική αξία. Δεν το δημιούργησε καμιά τράπεζα κανένα κράτος αλλά ένας κομπιουτεράς ιάπωνας. To bitcoin είναι ένα αποκεντρωμένο νομισματικό σύστημα που βασίζεται στις αρχές της ομότιμης δικτύωσης και των ψηφιακών υπογραφών. 
Σε αντίθεση με τα νομοθετημένου νομίσματα που αντλούν την αξία τους και από τον νόμο ένα αλγοριθμικό νόμισμα όπως πχ το bitcoin αντλεί την αξία του από την επίλυση δύσκολων υπολογιστικών προβλημάτων. Συνεπώς ένα bitcoin δεν τυπώνεται από έναν νομισματοκοπείο, δημιουργείται σε υπολογιστές μέσω της διαδικασίας που ονομάζεται mining. Ένα bitcoin μπορεί να μετατραπεί σε άλλα νομίσματα αλλά οι ισοτιμίες είναι αρκετά ασταθείς. To bitcoin μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μεταφορά αξίας μέσω του διαδικτύου πολύ ποιό οικονομικά από τις τρέχουσες διαδικασίες.
Σε πολύ γενικό πλαίσιο μπορεί να θεωρηθεί το αντίστοιχο του email στις χρηματικές συναλλαγές από απόσταση! Μπορεί απλά να στείλεις ένα ποσό από ένα σημείο του πλανήτη σε άλλο χωρίς ενδιάμεσους και με μικρότερο κόστος. Το εναλλακτικό νόμισμα χρησιμοποιείται ευρέως στον κόσμο του Διαδικτύου και πολλοί θεωρούν ότι θα φέρει την επανάσταση στις διεθνείς αγορές, αποτελεί νόμισμα που δεν προέρχεται από κάποια τράπεζα, αλλά από ειδικό software, το οποίο δε συνδέεται με τραπεζικούς λογαριασμούς. Οι χρήστες παράγουν τα bitcoins, τα οποία πραγματοποιούνται μέσω μιας διαδικασίας που αναφέρεται ως εξόρυξη (mining), ενώ ολοένα περισσότερα διαδικτυακά καταστήματα και εταιρίες τα δέχονται. Τι θέλω λοιπόν να πω. Μια πρωτοβουλία κάποιου ιάπωνα, βρήκε τα κατάλληλα μονοπάτια και διεξόδους μέσα από τους νόμους περί υπόστασης των νομισμάτων και τις διατάξεις περί ισοτιμίας και διεθνών κανόνων κεφαλαιακής κίνησης, βρήκε τον τρόπο να στήσει με τις νέες τεχνολογίες μια νέα βάση οικονομικών συναλλαγών ένα νέο νόμισμα. Και να δείξει ίσως ότι οι νέες τεχνολογίες μπορούν να απελευθερώσουν σκλαβωμένο ανθρώπινο δυναμικό και ιδέες αλλά και να μας φέρουν μια αμεσότερη δημοκρατία. 
Ζούμε απλά τον τελευταίο αποχαιρετισμό ενός κόσμου που φεύγει και ενός νέου που έρχεται. Το πόσο θα κρατήσει αυτός ο αποχαιρετισμός έχει να κάνει με το πόσο εμείς όλοι με καθαρή συνείδηση θα προσδιορίσουμε τις μεταβατικές διαδικασίες με χαμηλό κοινωνικό κόστος, βασισμένοι πάνω σε μια κοινωνική αντίληψη των πραγμάτων, αφού κατανοήσουμε πως η διάρκειά του δεν είναι προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και πως πρέπει να συμβάλουμε όλοι στην μετάβαση προς μια νέα εποχή που σίγουρα δύναται να έχει μεγαλύτερη διαφάνεια, αποτελεσματικότητα στις αποφάσεις των κοινωνικών οργάνων και αξιοκρατία. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι πώς ο κοινωνικός ο πολιτικός αλλά και ο θρησκευτικός χώρος μπορούν να διαχειριστούν τις νέες τεχνολογίες; 
Ας κάνουμε ένα παράδειγμα. Μια αυριανή μικρή φτηνή μηχανή που θα μπορεί να βρίσκεται στα χέρια του κάθε πολίτη λόγω φθηνού κόστους που μου παρέχει την δυνατότητα εσύ να ομιλείς κινέζικα και εγώ να ακούω καλά ελληνικά. Μια τέτοια μηχανή σε συνδυασμό με κάποια δίκτυα αναμετάδοσης τι προοπτικές δίνει παρέχει ή τι κινδύνους επιφυλάσσει στην κοινωνία μας; Η υπόθεση την οποία σας παρουσιάζω δεν περιλαμβάνει ότι αυτή η μηχανή βρίσκεται στα χέρια κάποιου κακού πολιτικού ή επιθετικού θρησκευτικού ηγέτη. Όχι. Απλά έχουμε την δυνατότητα αύριο να παρακολουθήσουμε ένα γερμανικό κανάλι, ή έναν φανατικό ιμάμη της Ινδίας ή έναν πολιτικό αρχηγό της Ελλάδας. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον κόσμο. 
Αυτά είναι τα δώρα προς την κοινωνία που κουβαλούν μαζί τους οι νέες τεχνολογίες. Δώρα τα οποία ή θα τα εντάξουμε και θα τα ενσωματώσουμε μέσα στα στο κοινωνικό μας status ώστε να αποτελέσουν τον κεντρικό άξονα πάνω στον οποίον θα βασισθεί μια αμεσότερη δημοκρατία ή αυτά τα ίδια τα εργαλεία θα γίνουν μέσον ανατροπής και μάλιστα βίαιης. Όσοι πιστεύουν ότι η δυναμική των νέων τεχνολογιών νομοτελειακά θα ενταχθεί και αυτή σε ένα ή σε διαφορετικά πλαίσια πολιτικών στρατηγικών και σκοπιμοτήτων, θα πρέπει να αξιολογήσουν το γεγονός ότι μέχρι σήμερα οι νέες τεχνολογίες ανάπτυξαν μια αυτόνομη δυναμική που ταυτίσθηκε βέβαια με συμφέροντα, αλλά δημιούργησε παράλληλα και μια δικιά της λογική, ένα δικό της χώρο. Η τεχνολογία είναι μέσο του οποίου η χρήση υπό συνθήκες υπηρετεί διαφορετικές σκοπιμότητες, αλλά παράλληλα με τις δυνατότητες που παρέχει από μέσο, από εργαλείο αυτό καθ' εαυτό μεταβάλλεται, αναδεικνύεται, σε πρόξενο πολιτικών γεγονότων κλίμακας, σε πολιτική δύναμη κατά μια έννοια, αυτόνομη με δικούς της κανόνες λειτουργίας. Συμβαίνει ενίοτε. Γεγονότα, ανακαλύψεις, κατακτήσεις του ανθρωπίνου πνεύματος, που κινούνται σε μία κλίματα εκτός των καθιερωμένων, δημιουργούν μια δική τους αυτόνομη δυναμική και εν τέλει επιβάλουν αποφάσεις και πρακτικές στις οργανωμένες κοινωνικές ομάδες. Οι ίδιες οι νέες τεχνολογίες και η δυναμική που αναπτύσσουν, δημιουργούν ένα λειτουργικό περιβάλλον στο οποίο κυριαρχούν τεχνικές και έννοιες οι οποίες προκύπτουν από την φύση αυτή καθ αυτή, από τα χαρακτηριστικά αυτά καθαυτά των νέων τεχνολογιών. Από χώρος, από θερμοκοιτίδα επώασης ιδεών, εξελίσσονται, μεταλλάσσονται ενίοτε σε χώρο γένεσης νέων κυττάρων σκέψης ενός νέου DNA, που το παράγουν αυτές οι ίδιες οι τεχνολογίες. Το περιβάλλον αυτό δημιουργεί μια σχέση αλληλοτροφοδοτούμενη με την κοινωνία και εν τέλει αλληλοεξαρτώμενη ως ένα κλειστό σύστημα αναφοράς. 


Τα κύρια χαρακτηριστικά του νέου αυτού περιβάλλοντος είναι τα εξής: Η απόλυτη ελευθερία λόγου σκέψης έκφρασης αυτενέργειας αλλά και η απόλυτη δυνατότητα εκφοράς δημόσιου λόγου του οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου πολίτη και μάλιστα με πολύ χαμηλό οικονομικό κόστος. Προκειμένου λοιπόν ένας πολιτικός, κοινωνικός πνευματικός χώρος να κατανοήσει την λειτουργία αυτής της σχέσης, να την προσλάβει και να εισπράξει τα θετικά της, θα πρέπει να έχει μια καθαρή και υπεύθυνη σχέση με τις έννοιες της ελευθερίας, της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 
Στην νέα αυτή κοινωνία των νέων τεχνολογιών θα επανακαθορισθούν, εκ των πραγμάτων, τα πλαίσια δράσης των θεσμών της κοινωνίας και του πολιτεύματος, αλλά και οι ίδιοι οι θεσμοί. Θα επανακαθορισθούν ακόμη τα πλαίσια λειτουργίας και δραστηριότητας των κοινωνικών ομάδων και οι κανόνες που τα ρυθμίζουν. Θα επανεξεταστούν όλες οι λαθεμένες πολιτικές αφηγήσεις με βάση τις οποίες πορεύεται με τους αργούς οδυνηρούς ρυθμούς ο κόσμος. Σε μας έλαχε ο κλήρος και στην γενιά που ακολουθεί. 
Σε αμεσότερη δημοκρατία στηριγμένη στις νέες τεχνολογίες, όπου ο λαός θα εκφράζεται πιο συχνά και οργανωμένα, με τεχνολογία αιχμής, με διαδικασίες δημοψηφισματικού χαρακτήρα για ζητήματα που τον αφορούν. . .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails